Απόσπασμα από το βιβλίο του ΡΩΜΑΙΩΝ ΝΟΣΤΟΣ

Mετά την αποχώρηση του Ρωσικού στρατού από την περιοχή του Κάρς, οι Τούρκοι άρχισαν να δείχνουν τις προθέσεις τους τρομοκρατώντας τους πληθυσμούς των Χριστιανικών χωριών.
Έξω από το Χανάχ το 1917 απαγχόνισαν τον πρόεδρο της κοινότητας Σάββα Ζευγαρίδη και τον ιερέα Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη. Οι κάτοικοι κατάλαβαν αμέσως ότι η ζωή τους από εδώ και πέρα θα ήταν διαφορετική. Στις 20 Φεβρουαρίου 1918 ένας όχλος Τούρκων και Κούρδων κατέσφαξε 3700 Αρμένιους στο Αρνταχάν.
Ένα μικρό κοριτσάκι ορφανό μετά τη σφαγή βρέθηκε κοντά στο Χανάχ, ήταν βρόμικο και νηστικό. Τα γαλάζια μάτια του ήταν έντρομα και δακρυσμένα και τα σγουρά ξανθά μαλλάκια του έπεφταν στο πρόσωπό του. Η γιαγιά μου Μαρία το πήρε και αφού το έπλυνε και το τάισε, ήθελε να το υιοθετήσει και να το φέρει στην Ελλάδα.
Είχε μεγάλη αντίδραση και πόλεμο από μια συννυφάδα της, που έστρεψε όλη την οικογένεια εναντίον της γιατί ήταν χήρα και κατάφερε στο τέλος να μην το πάρει. Ήρθε στην Ελλάδα η γιαγιά μου και πάντα μοιρολογούσε το αρμενάκι που το αγάπησε σαν παιδί της, ο δε πατέρας μου έλεγε ότι θα είχε και αυτός μια αδελφή στη ζωή του.
Οι κάτοικοι του Χανάχ έζησαν μέχρι το Νοέμβριο 1920 πολύ δύσκολα. Το συμβούλιο της Εθνικής Οργάνωσης του Κάρς σε συνεννόηση με την κυβέρνηση της Ελλάδας ενήργησε για την μετανάστευση του πληθυσμού όλων των χωριών του Κυβερνείου πριν πάρουν οι Τούρκοι την εξουσία. Αποφάσισαν να στείλουν 7 πλοία στο Βατούμ για την μεταφορά του πληθυσμού στην Ελλάδα. Ήταν Νοέμβριος του 1920 που οι κάτοικοι του χωριού Χανάχ το εγκατέλειπαν οριστικά ετοιμάζοντας τα υπάρχοντα τους για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή.
Οι κάτοικοι του Χανάχ πήραν όλες τις εικόνες, τα άμφια, τα σκεύη και τη καμπάνα της εκκλησίας, αφήνοντας όμως πίσω τους νεκρούς στα μνήματα στο έλεος των Τουρκικών και Κουρδικών ομάδων που τα κατέστρεψαν και τα λεηλάτησαν. Η γιαγιά μου Μαρία με ένα κόμπο στο λαιμό άφησε πίσω στα μνήματα τον αγαπημένο της αδελφό Ζαχαρία που πέθανε στα 17 του χρόνια. Άφησε πίσω και τον άντρα της, τον Μούχο των Αδαμάντων, που κάπου ήταν παραχωμένος, έλιωσε και δεν έμεινε τίποτα από τη λεβεντιά του παρά μόνο κάπου σκόρπια τα ιερά οστά του και τα μπρούτζινα κουμπιά της στολής του μαζί με το εθνόσημο από το πηλήκιο του με τον Ρωσικό αετό.
Πρωί πρωί οι κάτοικοι του Χανάκ ξεκίνησαν με τα κάρα τους για να περάσουν τα σύνορα και να γλιτώσουν. Τα κάρα των Αδαμιδαίων ακολουθούσαν. Πίσω από το χωριό τους ήταν τα όρη Γιαλανγούζ Τσάμ, αυτά έπρεπε να ανέβουν από το δρόμο που οδηγούσε στη Γεωργία. Πέρασαν κοντά από τα μνήματα και μια αναμαλλιασμένη γυναίκα έτρεχε να τους προλάβει, ήταν η Ελισάβετ (Λισάφ) Γάππα μητέρα της γιαγιά μου. Πήρε στην αγκαλιά της  τον εννιάχρονο πατέρα μου και έκλεγαν όλοι μαζί γιατί δεν ήξερε αν θα τους ξαναδεί. Μετά από λίγο καιρό θα ξαναβρεθούν στο Βατούμ για να κάνουν το μεγάλο ταξίδι για την Ελλάδα.
Όπως έλεγε η γιαγιά μου Μαρία μέχρι να φτάσουν στην κορυφή του χαμηλού βουνού έβλεπαν διάσπαρτα στις πλευρές του δρόμου έπιπλα, σκεύη και βαριά αντικείμενα που δεν μπορούσαν να μεταφέρουν οι κάτοικοι της περιοχής. Μια μεγάλη ρόδα ήταν στην άκρη του δρόμου, ήταν τυρί κασέρι από τα φημισμένα του Κάρς. Τα βόδια έσερναν με δυσκολία τα κάρα μέσα στους λασπωμένους δρόμους. Αγελάδες και άλογα τους ακολουθούσαν για το ταξίδι στην Ελλάδα. Συνέχισαν να προχωρούν, αμίλητοι, σχεδόν βουβοί, με τις ανάγλυφες αρχαϊκές μορφές τους, σμιλεμένες από τους ανέμους του Καυκάσου, αυτοί οι υπέροχοι και αδάμαστοι υπερέλληνες, οι απόγονοι του Προμηθέα, τα παιδιά του Δευκαλίωνα και της Πύρρας. Έφτασαν στο πιο ψηλό σημείο του ανηφορικού δρόμου και στάθηκαν να κοιτάξουν για τελευταία φορά. Το τοπίο ήταν ίδιο και έβγαζε μια μελαγχολία μέσα στη παγωνιά του Νοέμβρη. Ο αχνός ήλιος δεν κατάφερε να διαλύσει την πρωινή ομίχλη. Το Χανάχ στεκόταν μέσα στο θάμπος και σε μια ύποπτη σιωπή κάτω από τα πόδια τους, αγέρωχο, έτοιμο να αλλάξει ήθη, έθιμα και πολιτισμό. Να η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, το σχολείο, τα σπίτια τους, το ποτάμι με το μύλο των Γαπάντων και τα απέραντα λιβάδια. Ήταν όλα στη θέση του και δεν θα τα ξαναδούν. Τα 43 χρόνια που έζησαν στο Χανάχ οι κάτοικοι το αγάπησαν και το πήραν μαζί τους στα τραγούδια στις ιστορίες και τα όνειρα τους. Είναι αδιανόητο σε μια στροφή του δρόμου να χάνεις για πάντα την εικόνα της πατρίδας σου. Το Χανάχ ήταν ένα όνειρο που χάθηκε για πάντα. Σε λίγο θα αρχίσουν να κατηφορίζουν τον μοναδικό δρόμο προς τη Γεωργία. Αφού πέρασαν το χωριό Ποσόφ γνώριζαν ότι τα σύνορα δε ήταν μακριά, θα τα περνούσαν και θα ένιωθαν επιτέλους ασφαλείς. Πέντε ώρες μετά που έφυγαν οι Τούρκοι μπήκαν στα χωριά του Κάρς και δεν άφησαν τίποτε όρθιο. Κατέσφαξαν τους κατοίκους των χωριών Πεπερέκ και Σιντισκόμ που παρέμειναν εκεί νομίζοντας ότι δε θα τους πειράξουν και λεηλάτησαν ότι έμεινε πίσω.
Το καραβάνι με τους πρόσφυγες του Χανάχ άρχισε να περιπλανάτε στη Γεωργία. Έφτασαν στο Αχάλτσιχ και άλλοι πήγαν στο Μπορζόμ όπου έμειναν ένα μήνα. Μετά από 3 έως 4 μήνες διαμονής στη Γεωργία ο όγκος των προσφυγών αφού πούλησαν ένα μέρος από τα ζώα και τα υπάρχοντα τους για να επιβιώσουν και αφού πέθαναν 7 έως 8 χιλιάδες από τις κακουχίες συγκεντρώθηκαν στο Βατούμ. Εδώ τους περίμεναν 7 πλοία που μετέφεραν σταδιακά πάνω από 65000 ανθρώπους και γύρω στις 8000 ζώα. Οι κάτοικοι του Χανάχ μαζί με άλλους Καρσλίδες αναχώρησαν για την Ελλάδα στις 24 Φεβρουαρίου 1921 με το ατμόπλοιο Αραράτ ταξίδευσαν κάτω από σκληρές και απάνθρωπες συνθήκες 5600 άτομα με τα ζώα και τις περιουσίες τους. Χιλιάδες πόντιοι παρέμειναν στη Γεωργία και πολλοί απ΄ αυτούς ήρθαν στην Ελλάδα μετά το 1960. Ήρθαν να αποχαιρετήσουν τους πατριώτες τους στο λιμάνι. Τους πετούσαν πορτοκάλια και μανταρίνια που η περιοχή Ατζάρια είχε άφθονα για να τα πάρουν στο ταξίδι τους. Πολλοί από τους Καρσλίδες τα έβλεπαν για πρώτη φορά και άρχισαν να τα καθαρίζουν και να τρώνε.
Κάποιος για να αστειευθεί τους πέταξε ένα λεμόνι, αυτός που το πήρε το καθάρισε και το έφαγε και νομίζοντας ότι όλα είναι ξινά είπε: Την πίστης, ατοίν πως τρων ατά (Μα την πίστη μου αυτοί πως τα τρώνε). Αφού τακτοποιήθηκαν μέσα στο πλοίο οι κάτοικοι του Χανάχ ξεκίνησαν για την επιστροφή στην προ αιώνων πατρίδα τους μετά από 2700 χρόνια. Η Ελλάδα ήταν το όνειρο, η Ελλάδα ήταν ο προορισμός. Οι αρρώστιες θέριζαν κυρίως τους ηλικιωμένους που πέθαιναν και τους πετούσαν στη θάλασσα. Οι άνδρες έπρεπε να κατεβαίνουν στο κάτω μέρος του πλοίου για να ταΐσουν τα ζώα και να καθαρίσουν τα περιττώματα τους. Όπως γράφει ο Γεώργιος Αδαμίδης όταν βγήκαν από τα Δαρδανέλια τους έπιασε μεγάλη τρικυμία.
Στο Χανάχ είχαν μια γυναίκα που έλεγαν όλοι ότι είχε αγιάσει. Την έλεγαν Παρέσα (Παρασκευή) και πέθανε μέσα στο πλοίο. Το σώμα της μοσχοβολούσε. Την έριξαν στη θάλασσα και όπως έλεγαν φεγγοβολούσε μέσα στα κύματα και ρίχνοντας στη θάλασσα το αντίδωρο που έδωσε στους συγγενείς της, κόπασε η τρικυμία.  Το σώμα της βγήκε στη περιοχή του Πειραιά. Το βρήκαν οι κάτοικοι και βλέποντας ότι ανέδιδε παντού αρώματα το έθαψαν και έχτισαν μια εκκλησία και όπως έλεγαν ήταν αφιερωμένη στη μνήμη της Αγίας Παρασκευής της προσφυγοπούλας. Το πλοίο συνέχισε τη πορεία του, αφού κόπασε και η τρικυμία ταξιδεύωντας για 6 ημέρες έφτασε στο Καρά Μπουρνού της Θεσσαλονίκης μέσα σ΄ ένα γκρίζο και καταθλιπτικό τοπίο στις 2 Μαρτίου του 1921. Εδώ οι κάτοικοι του Κάρς έμειναν για τρεις ημέρες στο πλοίο, όπως έλεγαν οι αρχές έπρεπε να υποστούν την απολύμανση. Ο κόσμος πάνω από το πλοίο έβλεπε μέσα στην ομίχλη και το αγιάζι του Μαρτίου μια πόλη μισοκατεστραμμένη που προσπαθούσε να ανοικοδομηθεί μετά την πυρκαγιά στις 18 Αυγούστου του 1917. Μείνανε στη Θεσσαλονίκη μέχρι το τέλος Απριλίου, η κατάσταση ήταν δραματική. Όπως γράφει ο Γεώργιος Αδαμίδης ο κόσμος ήταν άρρωστος κάτω από τα αντίσκηνα μετά την απολύμανση που είχαν υποστεί. Χιλιάδες οι νεκροί, χαοτική η κατάσταση μέσα στη λασπουριά της Καλαμαριάς. Η πείνα, οι αρρώστιες και οι κακουχίες θέριζαν τον προσφυγικό πληθυσμό.